5/4/10

Ξέφρενες Νύχτες (Boogie Nights, 1997)

Το πλάνο ανοίγει επάνω στην φωτεινή επιγραφή του κλαμπ Boogie Nights, κάνει βουτιά στο επίπεδο του δρόμου, διαβαίνει την πόρτα και ακολουθώντας μια αργόσυρτη αλλά μεθυστική διαδρομή ανάμεσα στο πλήθος συστήνει τους κεντρικούς ήρωες της ιστορίας. Με αυτό το επιβλητικό traveling, ο Paul Thomas Anderson κάνει τα πρώτα του βήματα στα μονοπάτια του Σκορσεζικού φιλμικού σύμπαντος, τα οποία και θα εγκαταλείψει μόλις πέσουν οι τίτλοι του τέλους. Η δική του κλειστή κοινωνία, η δική του Ιερή Οικογένεια, ξεκινά την οδύσσειά της κατά τη διάρκεια της πολύχρωμης δεκαετίας του ’70, όπου όλα μοιάζουν να κινούνται στους ρυθμούς της ντίσκο μουσικής, την ανεμελιά των ελεύθερων ηθών, την ψυχεδέλεια του κρακ και του οπίου.

Αφιέρωμα - Horror Made In Asia

Έχει η πύλη της κολάσεως επιγραφές στα Ιαπωνικά; Είναι κλειδοκράτοράς της ο Hideo Nakata; Κατείχαν μυστικιστικές γνώσεις οι κεφαλές της DreamWork Pictures ή απλά μεγαλύτερη μύτη στο κυνήγι του κρυμμένου θησαυρού; Ο χρόνος, που άλλοτε περιβάλλει τους τολμηρούς με αποδείξεις δικαίωσης και άλλοτε τους στιγματίζει με ανεξίτηλα στίγματα κακών επιλογών, έφερε κάτι περισσότερο από μια απλή δικαίωση. Η διασκευή του σπιτικά υπέρ-επιτυχημένου Ringu όχι μόνο έσπασε ταμεία ανά την αμερικανική επικράτεια, αλλά ταυτόχρονα μύησε τον μέσο Γιάνκη θεατή -– ηλικίας 16-25 βομβαρδισμένο από κατατονικές περιπέτειες εκρήξεων και κωμωδίες ελάχιστα μεταβρεφικού επιπέδου χιούμορ –- στην Ασιατική μυθολογία του υπερφυσικού τρόμου. Μοιραία το φαΐ μύρισε και άνοιξε τις ορέξεις των studio. Θέλοντας να δώσουν ώθηση στη μυθολογία τρόμου της οποίας η ανάσταση επιτεύχθηκε απρόσμενα μετά το Scream του Wes Craven μόνο για να ξαναβυθιστεί σε τέλμα λίγα χρόνια αργότερα με άνοστες επαναλήψεις (βλ. Urban Legends, I know what you did last summer) και ανούσια επαναλουστραρίσματα (βλ. Night of the Living Dead, The Texas Chainsaw Massacre), οι εταιρίες πλάκωσαν σαν όρνια να εκμεταλλευτούν οτιδήποτε κινείτο και ακουγόταν στην αγορά της ανατολής. Η Sony καπάρωσε το Ju-On του Takashi Shimizu παρουσιάζοντας μόλις πρόσφατα μια κατατρεγμένη από την Κατάρα (The Grudge) Sarah Michelle Gellar, η εταιρία του Tom Cruise Cruise-Wagner Productions μάζεψε το The Eye του Danny Pang που κυκλοφόρησε το 2002, η θυγατρική της Disney Pandemonium Films πρόλαβε το νέο πόνημα του Hideo Nakata Dark Water –επίσης του 2002-, ενώ η Vertigo Entertainment ένα ελαφρά παλαιότερο, το Chaos του 1999.

Braindead (ή Dead Alive, 1992) του Peter Jackson

- «Your mother ate my dog!!!»
- «Not all of it!…»

Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι μπορεί να περιγράψει τα όσα συμβαίνουν στο Braindead του Peter Jackson, θα πρέπει να είναι είτε θαυμάσιος γλωσσοπλάστης, είτε πολύ πειραγμένος, είτε μεγάλος ψεύτης. Επειδή δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να ασπαστεί κάποιον από τους παραπάνω τίτλους τιμής, το μόνο που μπορώ να επιχειρήσω δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιδερμική προσέγγιση αυτού του αριστουργηματικού ανοσιουργήματος, που ευτυχώς δεν μπορεί να καταταγεί σε κάποια γνωστή κατηγορία ταινιών…

Στη Σκια των Τεσσαρων Γιγαντων (North by Northwest , 1959)

«Είμαι ένας τυποποιημένος σκηνοθέτης. Αν γυρνούσα τη “Σταχτοπούτα”, το κοινό αμέσως θα έψαχνε για κάποιο πτώμα μέσα στην άμαξα»… Η ενοχλητική αυτή διαπίστωση θα μπορούσε να αποτελεί μια εξήγηση για τη στροφή –τόσο εικαστική όσο και νοοτροπίας- που επιχείρησε ο Hitchcock με την 54η ταινία της καριέρας του. Ίσως πάλι, η αναγκαιότητα ενός πιο ανάλαφρου και διασκεδαστικού φιλμ να φάνταζε επιβεβλημένη μετά την μέτρια εισπρακτική κίνηση του σαφώς σκοτεινότερου και πολυπλοκότερου Δεσμωτη του Ιλιγγου στα ταμεία, ένα χρόνο πριν. Έτσι, το πνεύμα του North by Northwest θα μπορούσε να συνοψιστεί με την παρακάτω ρήση του Hitch: «Αν έπρεπε να γυρίσω μια ταινία στην Αυστραλία, θα έβαζα κάποιον αστυνόμο να πηδά μέσα στο μάρσιπο ενός καγκουρό φωνάζοντας: “Ακολούθησε αυτό το αυτοκίνητο!”»... Αντί Αυστραλίας όμως τα γυρίσματα έγιναν στην Αμερική, έτσι ο Hitchcock βάζει τον ήρωά του να πηδάει σε αυτοκίνητα, τρένα και αεροπλάνα, σε μια φρενήρη πορεία 3000 μιλίων ανά την επικράτειά της. Παρ’ όλ’ αυτά, η ταινία δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να στιγματιστεί ως μία ανούσια συρραφή περιπετειωδών σκηνών. Πίσω από την αλλοίωση του γνώριμου σκηνικού, μπορεί ευδιάκριτα να αναγνωρίσει κανείς την υπογραφή μιας γνήσιας κινηματογραφικής ιδιοφυΐας, που κατά πολλούς συνέθεσε μετά από 37 χρόνια κινηματογραφικής προϋπηρεσίας την πιο ολοκληρωμένη δουλειά της…

4/4/10

Αμερικανικη Ομορφια (American Beauty, 1999)


Ένα πλούσιο σπίτι στα προάστια, οικογένεια, μια πετυχημένη καριέρα και το Αμερικάνικο Όνειρο λάμπει στο ολόχρυσο, φανταχτερό του περιτύλιγμα. Ο Sam Mendes όμως παίρνει την κάμερά του, ξύνει το πολύτιμο επίστρωμα λανθάνουσας ευτυχίας για να αποκαλύψει το σάπιο του περιεχόμενο που αναδίδει τη δυσωδία του ανεκπλήρωτου και του ανολοκλήρωτου, της δυστυχίας, της μοναξιάς. Η φωνή του Lester Burnham μας ξεναγεί από το υπερπέραν στους τελευταίους μήνες μιας σκλαβωμένης ζωής. Το πρώτο του πλάνο, τα πρώτα του λόγια είναι η εισαγωγή σε μια σχεδόν σαπουνοπερική, μάλλον ειρωνική, σίγουρα τραγική ιστορία: «Κοιτάξτε με, αυνανίζομαι στο μπάνιο… Αυτό είναι το αποκορύφωμα της μέρας, από δω και πέρα όλα θα είναι ένας κατήφορος».

Μαθηματα αμερικανικης ιστοριας (American History X, 1998)

-NOT ANOTHER NAZI MOVIE: Το θεμα των φυλετικων διακρισεων εχει απασχολησει (και συχνα ταλαιπωρηθει απο) πολλες ταινιες στο βαθος του χρονου. Ελαχιστες ωστοσο εχουν κατορθωσει εστω να προσεγγισουν την επιδραστικοτητα και αμεσοτητα της δημιουργιας του Tony Kaye. Παρα τις οποιες αφελειες και ευκολιες που επιλεγονται σεναριακα, η αμεσοτητα του λογου και της συγχρονης θεματικης προσδενουν το θεατη στο αρμα της και τον απελευθερωνουν τελικα ζαλισμενο, σοκαρισμενο και προβληματισμενο. Οι ασπρομαυρες εικονες πλημμυριζουν απο σκληροτητα και μισος και η αναγκη του μικρου Ντανι να παραθεσει τις αποψεις του για το ρατσισμο μεσα απο τη ζωη του μετανοημενου πρωην αρχι-Ναζιστη αδερφου του γινεται η αφορμη για ενα μαθημα ζωης τοσο για τον ιδιο οσο και για το θεατη. «Η ζωη ειναι πολυ μικρη για να την περασεις οργισμενος». Ποσο καλυτερο επιχειρημα θα μπορουσε να παραθεσει κανεις;

Στο Μυαλο του Τζον Μαλκοβιτς (Being John Malkovich, 1999)

Με διαφορά η πιο αλλόκοτη ταινία των `90s. Και μια από τις πιο έξυπνες, αναζωογονητικές, ευφάνταστα αστείες. Στον ημιώροφο μεταξύ εβδόμου και ογδόου του κτιρίου μιας εταιρίας, πίσω από ένα ερμάριο αρχείων, υπάρχει ένας κρυφός διάδρομος. Οδηγεί μέσα στο κεφάλι του ηθοποιού John Malkovich, στο βλέμμα του, τη σκέψη του. Κάθε φορά, για χρονικό διάστημα μόλις 15 λεπτών, με σημείο εξόδου κάπου δίπλα στην εθνική οδό όπου ο επισκέπτης προσγειώνεται μετά από πτώση από τον ουρανό. Τρελό; Παρανοϊκό; Σίγουρα. Και δεν είναι το μόνο ασύμβατο με την κοινή λογική ή τους κανόνες της Φυσικής στοιχείο που καλείται να χωνέψει κανείς σε αυτή τη μεταφορά του σεναρίου του Charlie Kaufman. Είναι όμως αυτό που κάνει την παρθενική κινηματογραφική απόπειρα του Spike Jonze πέρα από άκρως ενδιαφέρουσα και αντισυμβατική, ταυτόχρονα και προκλητική τόσο για τον ίδιο όσο και για το θεατή.